Ποιες ψηφοι καθοριζουν και διαμορφωνουν το εκλογικο αποτελεσμα

«Ο υποχρεωτικά μετέχων της ψηφοφορίας και επιλέγων το λευκό ψηφοδέλτιο πολίτης, επιχειρεί νόμιμη επιλογή, εντός του θεσμικού μας πλαισίου το οποίο έχει θεσπισθεί με το Σύνταγμα. Κι αφού εγκύρως μετέχει της εκλογικής διαδικασίας, κατά λογική ακολουθία, η νόμιμη επιλογή του αυτή πρέπει να έχει νομική αξία η οποία, εξ’ ορισμού, δεν μπορεί να είναι άλλη από την συνεκτίμηση της έγκυρης αυτής ψήφου του στο εκλογικό αποτέλεσμα.

«Οι εγκύρως μετέχοντες στην εκλογική αναμέτρηση πολίτες για την ανάδειξη νομοθετικού σώματος καθορίζουν το αποτέλεσμα, ενώ εξάλλου κοινό σημείο αναφοράς των συνυπολογιζομένων ψηφοδελτίων, για την διαμόρφωση εκλογικού αποτελέσματος εν γένει, είναι η συμπερίληψη και η συνεκτίμηση όλων των εγκύρων βουλήσεων των εκλογέων που έχουν εκφραστεί διά των αντιστοίχων ψήφων τους.» [1]

Θα πρέπει όμως να ξεκαθαρίσουμε στο σημείο αυτό τις όποιες παρανοήσεις, καθώς ο νόμος 3434/2006 §1, [2], αναφέρει ρητώς ότι «…κατά τη σύνταξη, ανά εκλογική περιφέρεια, των πινάκων αποτελεσμάτων από τα αρμόδια δικαστήρια, κατά την κατανομή των εδρών, καθώς και για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου, τα λευκά ψηφοδέλτια δεν προσμετρώνται στα έγκυρα».

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν για να μην υπάρχει η παραμικρή ασάφεια ότι, το σημείο που ρυθμίζει ο νόμος 3434/2006 δεν συνιστά κανενός είδους εμπόδιο στην άσκηση και εκδήλωση της ελεύθερης και ανόθευτης βούλησης και θέλησης του εκλογέα, που εντός του ισχύοντος θεσμικού αυτού πλαισίου επιλέγει και επιχειρεί να εκφραστεί πολιτικά μέσα από την εκλογή της λευκής ψήφου, αποκηρρύσσοντας όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς της εκλογικής αναμετρήσεως και δεν επιφέρει κανενός είδους κώλυμα κατά την εν γένει συμπερίληψη, τον συνυπολογισμό και την συνεκτίμηση των λευκών ψήφων, στην διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος.

Αυτό συμβαίνει επειδή απλώς η ρύθμιση που ο νόμος 3434/2006 επιφέρει αφορά στην αποσαφήνιση και μόνο της μη προσμετρήσεως των λευκών ψηφοδελτίων μαζί με τα υπόλοιπα έγκυρα ψηφοδέλτια, προσοχή όμως, αποκλειστικά και όσον αφορά μόνον κατά το στάδιο της κατανομής των εδρών για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου και όχι εν γένει και όσον αφορά στην διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος.  Ο καθορισμός άλλωστε του εκλογικού μέτρου ως σταδίου της εκλογικής διαδικασίας έπεται και ακολουθεί της φάσεως ανάδειξης και διαμορφώσεως του τελικού εκλογικού αποτελέσματος που προηγείται χρονικά του σταδίου καθορισμού του εκλογικού μέτρου, εφόσον απαιτείται να έχει πρώτα ανακοινωθεί ως αποτέλσμα το αριθμητικό σύνολο των ψήφων επί του οποίου και θα πρέπει να εφαρμοστεί στη συνέχεια ο μαθηματικός τύπος του εκλογικού μέτρου για να μετατρέψει και να διαμοιράσει τις ψήφους αυτές σε έδρες κατά την διαδικασία κατανομής τους.

Η διαμόρφωση δηλαδή του εκλογικού αποτελέσματος παραμένει ως όφειλε θεσμικά και βάση της αρχής ισότητας της ψήφου ανεπηρέαστη και απρόσβλητη από την αποσαφηνιστική ρύθμιση που εισηγείται ο νόμος 3434/2006.

Η ρύθμιση αυτή του νόμου 3434/2006 που είναι σύμφωνη με την μέχρι σήμερα πάγια ακολουθητέα τακτική και νομολογία, έγινε απλώς και μόνον για να διασφαλιστεί το αδιάλειπτο της συνέχειας της τακτικής, δηλαδή της μη προσμετρήσεως των λευκών ψηφοδελτίων κατά την κατανομή των εδρών για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου. Η τακτική αυτή να σημειώσουμε ότι ακολουθείται παγίως διότι, έτσι, μη προσμετρούμενα τα λευκά στο εκλογικό μέτρο, μπορούν και εισέρχονται στην Βουλή περισσότερα κόμματα από όσα θα μπορούσαν να εισέλθουν εάν τα λευκά ψηφοδέλτια προσμετρούνταν κανονικά μαζί με τις υπόλοιπες έγκυρες ψήφους, που υπερψηφίζουν πολιτικούς σχηματισμούς και υποψηφίους.

Εξάλλου ο νόμος 3434/2006 όπως γίνεται φανερό από την διατύπωσή του, πουθενά δεν αναφέρει ότι τα λευκά ψηφοδέλτια είναι δήθεν άκυρα όπως η προπαγάνδα λέει, ή ότι τυχόν δεν καταμετρούνται και δεν απαριθμούνται χωριστά! Πουθενά! Ίσα ίσα μάλιστα, που υπονοεί το ακριβώς ανάποδο αυτού, ότι δηλαδή τα λευκά ψηφοδέλτια και έγκυρα είναι και χωριστά καταμετρούνται και απαριθμούνται και καταγράφονται στους εκλογικούς καταλόγους και πίνακες των αποτελεσμάτων της αναμετρήσεως. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο είναι που έρχεται ακολούθως ο νομοθέτης και ζητάει μέσα από τον νόμο 3434/2006 τα λευκά ψηφοδέλτια να μην προσμετρούνται μαζί με τα υπόλοιπα έγκυρα κατά την κατανομή των εδρών για τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου για λόγους που άπτονται της διευκολύνσεως καθορισμού του εκλογικού μέτρου, για να μπορεί να γίνει η κατανομή των εδρών σε περισσότερα κόμματα, δίχως όμως αυτό να θίγει με κανέναν απολύτως τρόπο την εγκυρότητα της λευκής ψήφου, ούτε τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές της ισότητας της ψήφου της αρχής της πλειοψηφίας, την δημοκρατική αρχή και την υποχρεωτικότητα του χαρακτήρα της ψήφου.

Η αιτία τώρα που «εξώθησε» τον νομοθέτη να προβεί στην αποσαφήνιση ακριβώς του σημείου αυτού με το νόμο 3434/2006 §1,  ήταν προς αποφυγή τυχόν ασαφειών που θα ήταν δυνατό να προκύψουν, κατόπιν της αναπάντεχης νομολογιακής μεταστροφής του εκλογοδικείου (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, ΑΕΔ) στο οποίο ανήκει αποκλειστικώς ο έλεγχος του κύρους των βουλευτικών εκλογών, ενόψει της συνταγματικής αποστολής του ως θεματοφύλακα της νομιμότητας τους και η οποία μεταστροφή αυτή επήλθε λίγο νωρίτερα, με την εντελώς ξαφνική και απροσδόκητη απόφαση 12/2005 του ιδίου του ΑΕΔ [3].

Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η νομολογιακή αυτή μεταστροφή του εκλογοδικείου «…ήταν επιβεβλημένη από τις συνταγματικές αρχές της λαϊκής κυριαρχίας και της ισότητας της ψήφου, καθώς και από τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ψήφου στην ελληνική έννομη τάξη», καθώς η ιστορική αυτή απόφαση 12/2005 του ΑΕΔ, ήρθε κι αποκατέστησε τις, προ του 2005 αποφάσεις του ιδίου του ΑΕΔ, σύμφωνα με τις οποίες τα λευκά μέχρι τότε «απαγορευόταν» να λαμβάνονται καν υπ’ όψιν. Με τη νομολογιακή αυτή μεταστροφή λοιπόν του εκλογοδικείου που επήλθε το 2005 αναιρέθηκε και άρθηκε η απαγόρευση που υφίστατο μέχρι τότε για τα λευκά ψηφοδέλτια. Κατά αυτόν τον τρόπο αφέθηκε πλέον ανοικτό ένα παράθυρο για την ενδεχόμενη πιθανότητα που υπόκειται στην απόφαση του νομοθετικού σώματος και την κρίση του λαού, να μπορεί οποτεδήποτε γίνει επιθυμητό στο μέλλον, τα λευκά να μπορούν να συνυπολογιστούν ελεύθερα στον καθορισμό και του εκλογικού μέτρου επίσης, παρόλο που αυτό θα συνεπάγεται και θα σημαίνει ότι θα εισέλθουν στη Βουλή τότε λιγότεροι κομματικοί συνδυασμοί.

Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο λοιπόν και μετά τη νομολογιακή αυτή μεταστροφή του ΑΕΔ που θα πρέπει να σημειωθεί ότι επήλθε ως όφειλε άλλωστε στα πλαίσια της διαπλοκής του διεφθαρμένου αυτού πελατειακού συστήματος της μεταπολίτευσης με εντελώς απαράδεκτο για τα δικαστικά δεδομένα και πρακτικές τρόπο [4], ο νομοθέτης «αναγκάστηκε» να επέμβει εκ νέου ρυθμιστικά με το νόμο 3434/2006 για να αποσαφηνίσει ακριβώς το σημείο αυτό. Μια και μετά τη μεταστροφή αυτή του ΑΕΔ το ενδεχόμενο της πιθανότητας να μπορούν ελεύθερα πλέον τα λευκά να συνυπολογιστούν στον καθορισμό του εκλογικού μέτρου θα μπορούσε να γεννήσει ασάφειες ως προς το αν τελικά εξακολουθεί να ισχύει ή όχι η πάγια τακτική της μη προσμέτρησης τους, που ίσχυε μέχρι και πριν την μεταστροφή της νομολογίας του ΑΕΔ.

Με λίγα λόγια, άλλο πράγμα είναι η αποσαφήνιση που ο νόμος 3434/2006 κάνει για την μη προσμέτρηση των λευκών ψηφοδελτίων κατά την κατανομή των εδρών για την εξεύρεση του εκλογικού μέτρου και προκειμένου έτσι να ακολουθηθεί πιστά μια πάγια τακτική του να μπορούν να εισέρχονται στη Βουλή περισσότερα κόμμματα, από ότι εάν τα λευκά ψηφοδέλτια συνυπολογίζονταν για την εξεύρεση του εκλογικού μέτρου και είναι τελείως διαφορετικό και άλλο πράγμα από την άλλη μεριά του πράγματος, το γεγονός ότι παρόλα αυτά, βάση του εκλογικού νόμου και της νομοθεσίας, τα λευκά ψηφοδέλτια συμπεριλαμβάνονται, συναριθμούνται, συνυπολογίζονται και συνεκτιμούνται κανονικά για την διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος, με βάση τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές, της ισότητας της ψήφου, της αρχής της πλειοψηφίας, της δημοκρατικής αρχής και σύμφωνα με τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της ψήφου.

Οι λόγοι φυσικά για αυτό έγκεινται αφενός, στο ότι στη φάση της διαμορφώσεως του τελικού εκλογικού αποτελέσματος οι έγκυρες λευκές ψήφοι εκλαμβάνονται εξ’ ορισμού, γι’ αυτό μας δίνουν στο χέρι το λευκό ψηφοδέλτιο σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, ως έγκυρες βουλήσεις των εκλογέων που τις εκφράζουν εντός του θεσμικού μας πλαισίου, διότι αποτελούν νόμιμη και θεμιτή εκλογή τους, να εκδηλώσουν με αρνητικό τρόπο την θέλησή τους, αποκηρρύσσοντας τους πολιτικούς σχηματισμούς της εκλογικής αναμετρήσεως μέσα από την επιλογή της λευκής ψήφου στην οποία και προβαίνουν.

Αφετέρου στο ότι ο κανόνας της λογικής και της πρακτικής του να συμπεριλαμβάνονται, να συνυπολογίζονται και να συνεκτιμούνται όλες οι έγκυρες βουλήσεις των εκλογέων που έχουν εκφραστεί διά της ψήφου τους στον καθορισμό και την διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος της εκλογικής αναμετρήσεως, συνιστά κοινό παρανομαστή και σημείο αναφοράς του εξ’ αρχής σκεπτικού της λογικής, που αποζητά την διαμόρφωση εκλογικού αποτελέσματος διά της συγκριτικής αναμετρήσεως.

REAL EYES REALISE REAL LIES

Έτσι λοιπόν η ελεύθερη εκδήλωση και έκφραση της βούλησης των εκλογέων που επιλέγουν τη λευκή ψήφο, παραμένει ανόθευτη όσο και ανεπηρέαστη ως πολιτική στάση τους και επιλογή τους από το αποσαφηνιστικό ρυθμιστικό περιεχόμενο του νόμου 3434/2006, αναφορικά με τη μη προσμέτρηση των λευκών ψηφοδελτίων στον καθορισμό του εκλογικού μέτρου κατά την κατανομή των εδρών, εφόσον παραμένουν νομοθετικά διασφαλισμένες για τους εκλογείς οι ουσιαστικές και οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που τους εξασφαλίζουν τη δυνατότητα αφενός να ρίπτουν στην κάλπη το λευκό ψηφοδέλτιο και αφετέρου η έγκυρη αυτή ψήφος τους να συμπεριλαμβάνεται, να συναριθμήται, να συνυπολογίζεται και να συνεκτιμάται στην διαμόρφωση και τον καθορισμό του τελικού εκλογικού αποτελέσματος σύμφωνα προς το αρνητικό βουλητικό της περιεχόμενο που κομίζει και έτσι όπως επιτάσσεται από τις θεμελιώδεις συνταγματικές αρχές της ισότητας της ψήφου, της αρχής της πλειοψηφίας, την δημοκρατική αρχή, και την υποχρεωτικότητα του χαρακτήρα της ψήφου.

Το σημείο αυτό ακριβώς έρχεται άλλωστε να μας το επιβεβαιώσει να το πιστοποιήσει και να το επικυρώσει το ίδιο το εκλογοδικείο στην ιστορική του αυτή απόφαση 12/2005 αναφέροντας πολύ συγκεκριμένα ότι: «Συνεπώς, …, θεμιτώς, από συνταγματικής απόψεως, οι διατάξεις … του εκλογικού νόμου δεν συνυπολογίζουν για την εξεύρευση του εκλογικού μέτρου στην πρώτη και δεύτερη κατανομή τις λευκές ψήφους, εφόσον, …, η εκλογική νομοθεσία διασφαλίζει τη δυνατότητα του εκλογέα να εκφράσει την αποδοκιμασία των υποψηφίων με λευκή ψήφο, καθώς και τη χωριστή καταγραφή των λευκών ψήφων στους πίνακες των αποτελεσμάτων.»

Άρα καταρρέουν στο σημείο αυτό οι ισχυρισμοί της προπαγάνδας που ορισμένοι αναμεταδίδουν, είτε ψευδώς και εκ προθέσεως, είτε εσφαλλμένως λόγω συμπεριφορικής τους υποταγής στα δυναμικά ρευστά των κοινωνικών ομάδων που αναπαράγουν την προπαγάνδα εναντίον των λευκών, όσο και λόγω άγνοιας, ακηδίας, αδιάκοπης ρέμβης και προσκόλλησης στο συντηρητισμό, που αναφέρουν ότι δήθεν, αφού τα λευκά δεν προσμετρούνται με τα υπόλοιπα έγκυρα ψηφοδέλτια βάση του νόμου 3434/2006 είναι άκυρα υποτίθεται και πάει χαμένη η ψήφος. Εφόσον, όπως ειπώθηκε και καταδείχθηκε ανωτέρω, τα λευκά ψηφοδέλτια μπορεί να μη προσμετρούνται πράγματι και να μη συνυπολογίζονται με τα υπόλοιπα έγκυρα θετικά ψηφοδέλτια, προσοχή όμως, μόνο κατά τη φάση της κατανομής των εδρών και τον καθορισμό του εκλογικού μέτρου και όχι βεβαίως εν γένει και όσον αφορά στην διαμόρφωση και τον καθορισμό του τελικού αποτελέσματος της εκλογικής αναμετρήσεως. Πρέπει να μας γίνει εντελώς ξεκάθαρο ότι άλλο πράγμα είναι η διαμόρφωση του τελικού εκλογικού αποτελέσματος της εκλογικής αναμετρήσεως και άλλο πράγμα είναι ο καθορισμός του εκλογικού μέτρου για την κατανομή των εδρών.

Εν κατακλείδι το τελικό αποτέλεσμα της εκλογικής αναμετρήσεως εκφράζει την ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης και βούλησης του κυρίαρχου λαού, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας του εκλογέα να εκφράσει με τη λευκή ψήφο την αποδοκιμασία του προς όλους τους υποψηφίους της εκλογικής αναμέτρησης και το γεγονός αυτό παραμένει ανεπηρέαστο από το ρυθμιστικό και αποσαφηνιστικό περιεχόμενο του νόμου 3434/2006,  ο οποίος απλώς εξειδικεύει τις σχετικές λεπτομέρειες, που αφορούν αποκλειστικά στη μη συμμετοχή των λευκών στον καθορισμό του εκλογικού μέτρου κατά την κατανομή των εδρών και μόνον εκεί και όχι όσον αφορά στην εν γένει διαμόρφωση του εκλογικού αποτελέσματος.

Αυτό άλλωστε διασφαλίζεται και από το άρθρο 52 του συντάγματος όπου ρητά αναφέρεται ότι: «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργιών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής».

Επίσης το εκλογοδικείο και πάλι στην ίδια του απόφαση 12/2005 επικυρώνει το σημείο αυτό ακριβώς αναφέροντας ότι: «Το Σύνταγμα κατοχυρώνει το δικαίωμα του εκλογέα να εκδηλώνει την ελεύθερη και ανόθευτη πολιτική του βούληση είτε με θετική ψήφο προτίμησης συγκεκριμένου εκλογικού συνδυασμού ή μεμονωμένου υποψηφίου, είτε με αρνητική ψήφο αποδοκιμασίας όλων των εκλογικών σχηματισμών. Έτσι η αρνητική ψήφος αποδοκιμασίας κατοχυρώνεται συνταγματικώς, υπό την έννοια ότι η εκλογική νομοθεσία πρέπει να εξασφαλίζει τη δυνατότητα στον εκλογέα να ρίπτει στην κάλπη λευκό ψηφοδέλτιο που θα αποτυπώνεται στους πίνακες των αποτελεσμάτων των βουλευτικών εκλογών».

Στην εισαγωγή της ίδιας απόφασης 12/2005 άλλωστε ρητά αναφέρεται ότι : «Η εκλογική νομοθεσία διακρίνει τρεις κατηγορίες ψήφων, τα έγκυρα ψηφοδέλτια (έντυπα και ιδιόγραφα) που εκφράζουν προτίμηση υπέρ συγκεκριμένου συνδυασμού ή μεμονωμένου υποψηφίου, τα έγκυρα λευκά ψηφοδέλτια που αποδοκιμάζουν όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς της εκλογικής αναμετρήσεως και τα άκυρα ψηφοδέλτια. Ο εκλογικός νόμος δεν εξομοιώνει τα λευκά με τα άκυρα ψηφοδέλτια, αλλά επιβάλλει τη χωριστή καταγραφή των τριών κατηγοριών ψήφων στον συντασσόμενο, αρχικά από την εφορευτική επιτροπή και τελικά από το αρμόδιο πρωτοδικείο, πίνακα αποτελεσμάτων των βουλευτικών εκλογών. Για την εξεύρεση όμως του εκλογικού μέτρου, προκειμένου να γίνει η κατανομή των εδρών, υπολογίζει μόνον τα ψηφοδέλτια που εκφράζουν έγκυρη προτίμηση υπέρ συνδυασμού ή μεμονωμένου υποψηφίου.»

Αναφορές-Πηγές:

[1] Γ.Κ. Στεφανάκης (συνήγορος υπερασπίσεως στην προσφυγή από ΝΔ που οδήγησε στην απόφαση του εκλογοδικείου ΑΕΔ 12/2005):

[2] Νόμος 3434/2006 <http://www.dsanet.gr/Epikairothta/Nomothesia/n3434_06.htm>

[3] Απόφαση εκλογοδικείου ΑΕΔ 12/2005 <http://kdp.pspa.uoa.gr/LEYKA.htm>

[4] ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ∆ΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ∆ΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΠΑΣΧΑΛΙ∆Η, ΚΟΥΤΜΕΡΙ∆Η ΚΑΙ ΖΑΧΑΡΑΚΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑ∆ΟΣ (Προσφυγές υπ’ αριθ. 27863/05, 28422/05 και 28028/05) ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ 10 Απριλίου 2008 < ΕΔΑΔ ΓΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ ΑΕΔ 12-2005>

Ευδαίμων

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s